Η Ιταλία «θολώνει» το εγχείρημα της καθαρής εξόδου

Η Ιταλία «θολώνει» το εγχείρημα της καθαρής εξόδου

Η παρατεταμένη ανησυχία που φέρνει στις αγορές αλλά και συνολικά στο πολιτικό σκηνικό της ΕΕ η Ιταλική κρίση αφήνει απόνερα στην Ελλάδα και την προσπάθειά της να διασφαλίσει την έξοδό της στις αγορές έχοντας τη μικρότερη δυνατή εποπτεία, τη λεγόμενη δηλαδή «καθαρή έξοδο».

Με αφορμή τα όσα συμβαίνουν στη γειτονική χώρα με την παρατεταμένη πολιτική κρίση και την έντονη αμφισβήτηση του οικοδομήματος του ευρώ έχουν βγει και πάλι στην επιφάνεια όλες εκείνες οι επικριτικές αναφορές για τις ανισορροπίες και εσωτερικές αντινομίες της ευρωζώνης. Έτσι οι αδύναμοι κρίκοι, τα κράτη μέλη του Νότου, αντιμετωπίζουν ισχυρές πιέσεις στα κόστη δανεισμού τους, καθώς οι αγορές αποτιμούν ως υψηλού ρίσκου τα χρεόγραφά τους, σε αυτήν τη συγκυρία. Ενδεικτικό είναι ότι η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου έφτασε χτες στο 4,94% για να υποχωρήσει αργότερα κάτω από το 4,8%, επίπεδο που δεν έχει επαναληφθεί από τον περασμένο Νοέμβριο. Σημειώνεται ότι στην αρχή του Μάη μόλις στο 3,8%. Συγκριτικά, οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Ιταλίας έφτασαν στο 3,2% και της Πορτογαλίας το 2,3%.

Με δεδομένο ότι η στάση αυτή των αγορών απέναντι στον Ευρωπαϊκό Νότο μπορεί να μην αλλάξει καθώς η Ιταλική κρίση αναμένεται να συνεχιστεί μέχρι το φθινόπωρο εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ότι λόγω δομικών αιτίων, είτε λόγω κερδοσκοπικών στοχεύσεων, οι αγορές μπορεί να βάλουν στο «μάτι» την καθαρή έξοδο της Ελλάδας, έστω κι αν αυτή μπορεί να ενορχηστρωθεί από μεγάλους οίκους φίλα προσκείμενους στον υπερατλαντικό και στρατηγικό εταίρο τις ΗΠΑ.

Στην απειλή αυτή, που μπορεί να οδηγήσει την καθαρή έξοδο σε επικίνδυνο εγχείρημα επιχειρεί το οικονομικό επιτελείο να απαντήσει. Ο ένας τρόπος θωράκισης είναι η δημιουργία ενός «μαξιλαριού» ρευστότητας που μαζί με την ενεργή εμπλοκή του ΔΝΤ στη μετά μνημόνιο εποχή δίνει δικλείδες ασφαλείας. Ουσιαστικά το «μαξιλάρι» είναι ο κουμπαράς που χτίζεται από τα κονδύλια των δόσεων (και της τελευταίας δόσης), των repos των φορέων του δημοσίου και των τελευταίων εκδόσεων κρατικού χρέους και αναμένεται  να ξεπεράσει τα 25 δις. ευρώ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις από στελέχη του υπουργείου Οικονομικών το ποσό αυτί καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας ως το τέλος του 2020 και μαζί με την παρουσία του Ταμείου λειτουργούν αποτρεπτικά σε δυνάμει επιθέσεις των αγορών (το Ταμείο είναι ένας εγγυητής «δημοσιονομικής ορθοδοξίας»).

Επιπλέον στο τραπέζι εδώ και καιρό βρίσκεται ειδικά από ορισμένους θεσμούς (Γιάννης Στουρνάρας διοικητής ΤτΕ, ΙΟΒΕ κτλ) η πρόταση για έξοδο αφού έχει ζητήσει η χώρα την ένταξή της στην προληπτική πιστωτική γραμμή (ECCL) του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Εφόσον ενταχθεί εκεί η Ελλάδα θα έχει προστασία και παροχή εύκολης και φθηνής χρηματοδότησης από τον Μηχανισμό, ωστόσο θα είναι σε καθεστώς στενής εποπτείας (χαλαρότερης, βέβαια, από αυτήν που έχει τώρα), με δεσμεύσεις και προαπαιτούμενα. Ένα τέτοιο βέβαια αίτημα περνά από έγκριση κοινοβουλίων κάτι που δημιουργεί δυσκολίες και πονοκεφάλους στις Βρυξέλλες. Επιπλέον η Αθήνα δεν το επιθυμεί «διακαώς» μια και ουσιαστικά αφαιρούνται τα πολιτικά επιχειρήματα της καθαρής εξόδου.

«Το επιχείρημα να μην βγούμε στις αγορές για να μείνουμε στον ESM και να παίρνουμε δάνειο 1-1,5% δεν στέκει για πάντα. Ο μόνος λόγος να είσαι σε ένα πρόγραμμα είναι για να βγεις κάποια στιγμή από το πρόγραμμα. Προφανώς ένας ασθενής στην εντατική έχει μεγαλύτερη σιγουριά όταν έχει τα καλώδια αλλά κάποια στιγμή λένε οι γιατροί να τον αποκαλωδιώσουν για να σταθεί στα πόδια του» τόνισε χτες ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος  μιλώντας σε τοπικό σταθμό (Prisma 91,6) της Πρέβεζας αναγνωρίζοντας  τις δυσκολίες αλλά επιμένοντας στην καθαρή έξοδο.

Και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης -και υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης- Γιάννης Δραγασάκης επέμεινε στη γραμμή της καθαρής εξόδου τονίζοντας ότι η Ελλάδα «βρίσκεται σε μία θέση που έχει αρκετά μέσα στη διάθεσή της να αντιμετωπίσει αυτές τις εξελίξεις». Μέσα σε αυτό το κλίμα όμως ο κ. Δραγασάκης μίλησε και για την ανάγκη μιας ευρύτερης προσέγγισης: «Αν οι αναταράξεις αυτές συνεχιστούν είναι προφανές ότι θα δοκιμαστούν οι αντοχές της κάθε χώρας ξεχωριστά και θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση να δει συνολικότερες λύσεις, συνολικότερα μέτρα θωράκισης στην περίπτωση που οι εξελίξεις παραταθούν ή ενταθούν.»

Το ζητούμενο πάντως είναι πώς η χώρα θα κινηθεί σε ένα τέτοιο κλίμα την ώρα που ξεκινά μια εκλογική χρονιά και οι «σειρήνες» των παροχών αρχίζουν να ηχούν δημιουργώντας κλίμα αμφισβήτησης της συμφωνίας στις Βρυξέλλες.

Πηγή: reporter.gr