Άρθρο του Μ. Μπόλαρη: Γιάβρουμ…

Άρθρο του Μ. Μπόλαρη: Γιάβρουμ…

Του Μάρκου Μπόλαρη*

Σφύριξε ξεφυσώντας, σαν νά ‘ταν μπαϊλντισμένος από την ατελείωτη  κούραση και την αφόρητη ζέστη άνθρωπος και σταμάτησε, σ’ ένα υποτυπώδη σιδηροδρομικό σταθμό καταμεσής στην Αλμυρή Έρημο, αφού είχε ανάψει η ατμομηχανή , κόντευε να σωθούν τα κάρβουνα, είχε τελειώσει το νερό, κι ήταν ξεθεωμένοι οι επιβάτες, θλιβερό εμπόρευμα!

Επιβάτες …

Ο σιδηροδρομικός συρμός ερχόταν από την Ανατολή, μεσούντος του Α ‘ Παγκοσμίου Πολέμου, ερχόταν από την Δαμασκό, από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής, όπου τα Οθωμανικά Στρατεύματα αντιμετώπιζαν τους Αγγλογάλλους και την επανάσταση των Αράβων, που τους ξεσήκωνε, τους εμψύχωνε και τους συντόνιζε ένας ελληνομαθής αρχαιολάτρης της Οξφόρδης ο Τόμ Έντουαρτ Λόρενς , πού έμελλε να γράψει ιστορία ως μυστικός πράκτορας της Βρετανίας, γνωστός ως Λόρενς της Αραβίας, στη Μέση Ανατολή οι Σύμμαχοι της Αντάντ είχαν κάθε λόγο να ανοίξουν μέτωπο, μετά την είσοδο των Οθωμανών στον πόλεμο υπέρ των Γερμανών, τα κοιτάσματα του πετρελαίου στην Μεσοποταμία είχαν ανακαλυφθεί, το ενεργειακό αποτύπωμα, σ’ ένα πρωτόγνωρο γιά την Ανθρωπότητα πόλεμο όπου το πρώτον η σύγκρουση περιελάμβανε αεροπλάνα, υποβρύχια, θωρηκτά, τεθωρακισμένα,  ήταν καθοριστικό, κι ο σιδηροδρομικός συρμός με το θλιβερό του εμπόρευμα ερχόταν από τ’ ανατολικά , από την άλλοτε Εδέμ , κι ο Γιάννης, νιός, ρωμιός, μορφονιός, επιστρατευμένος από τους Νεότουρκους, γενναίος στρατιώτης του Οθωμανικού Στρατού, από την κλεινή Προύσσα, Μπρούσαλης το ΄λεγε και το καυχιόταν, πολεμούσε στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής μέχρις ότου ένας Γάλλος ιππέας  του κατάφερε ένα  ισχυρό χτύπημα με την σπάθη κατακέφαλα, συνέτριψε το κράνος, το άνοιξε στα δύο, και βρήκε η κοφτερή κόψη του το κρανίο, του άνοιξε το κεφάλι , τον μάζεψαν ημιθανή και αιμόφυρτο μετά την απόκρουση της επίθεσης, και τον φόρτωσαν, θλιβερό εμπόρευμα , μαζί με εκατοντάδες άλλους βαριοτραυματισμένους κι ημιθανείς στρατιώτες στη αμαξοστοιχία, τριάντα και βαγόνια, αυτήν που τώρα ξεφυσούσε από το αγκομαχητό στα Μικρασιάτικα υψίπεδα διαβαίνοντας την Αλμυρή έρημο, τους στοίβαξαν μέσα γιά χωρέσουν περισσότεροι , τους απέθεσαν καταγής, όποιοι σώθηκαν σώθηκαν, όποιοι πέθαναν πέθαναν, ταξίδι επιστροφής, πρίν λίγες βδομάδες με φρεσκοπλυμένες και καλοσιδερωμένες στολές κατηφόριζαν περήφανοι κι όλο αυτοπεποίθηση, τώρα τσαλακωμένοι, πεταμένοι στο σανιδένιο πάτωμα του βαγονιού, κι οι νοσοκόμοι χωρίς ιατροφαρμακευτικό υλικό απορούν τι να κάνουν, κρατούν λίγες μορφίνες ενέσιμες γιά τα πολύ δύσκολα, αιμόφυρτοι και σακατεμένοι, βόγκοι κι οιμωγές, κραυγές κι επιθανάτιοι ρόγχοι, τους πεθαμένους τους μεταφέρουν στα τελευταία βαγόνια όταν σταθμεύει τούτος ο θλιβερός συρμός, κατέβηκε τώρα ο Γιάννης, σταμάτησε το τρένο, να βρει μιά μπουκιά ψωμί, να πιεί μιά μπουκιά νερό, όσοι ζήσουν έζησαν, κουράγιο Γιάννη, έλεγε στον εαυτό του, πες Δόξα τω Θεώ που δεν σου ανοίξω πέρα γιά πέρα το κεφάλι το σπαθί του Φραντσέζου, τους μοίρασαν ένα κομμάτι ψωμί, κάθισε κατάχαμα , να κάνει το Σταυρό του να φάει, να στυλωθεί η ψυχή του, έσφιγγε τα δόντια του μην και του φύγει η ψυχή πριχού να γυρίσει στην Μπούρσα!

Μασούλισε σιγά – σιγά , πόνος και κόπος, και πώς να μασήσεις όταν είναι σπασμένο το κρανίο, το ‘βρεχε το ψωμί στο νερό, μασουλούσε μπουκιά – μπουκιά, αμαρτία, γιάβρουμ, έλεγε να γλυτώσεις απ’ την σπάθα και να ψοφήσεις σα σκυλί στην έρημο, μπούκα την μπούκα, πρέπει να πάρεις δυνάμεις, μονολογούσε, κι ύστερα , σαν απόφαγε, ήπιε λίγο νερό από το παγούρι, να μην ξεχάσω να το ξαναγεμίσω, σκέφτηκε , πριν ξανανέβω στο βαγόνι, να σιάξει  επιχείρησε τους επιδέσμους, πόνος και μορφασμοί, να ταιριάξει τις ματωβαμμένες γάζες της πληγής  στο κεφάλι του προσπάθησε , νόμισε πώς τάχα τα έσιαξε, έσφιγγε τα δόντια να μην ζητήσει μορφίνη, ντρεπόταν , οι άλλοι δίπλα ήταν χειρότερα, μόλις σταμάτησε ο συρμός από το βαγόνι του σήκωσαν δυό τουρκάκια, το ένα πατριωτάκι του, δυό φανταράκια που αναπαύτηκαν  στην αγκαλιά του Αλλάχ και τα μετέφεραν στο τελευταίο βαγόνι, στο θλιβερότερο βαγόνι, α ! εμπόρευμα κι αυτό, της ανθρωποβόρας μηχανής του Θεού Άρη, εκατομμύρια νεκροί στον Α’ Παγκόσμιο, νεκροί στην βωμό των συμφερόντων, της μανίας, της δόξας, της παράνοιας, Δόξα τω Θεώ, μουρμούρισε πάλιν ο Γιάννης, άντεξε το κράνος, κι ενώ ξανάφερνε στο μυαλό τις στιγμές της μάχης, την ένταση , τους πυροβολισμούς, τις εκρήξεις των οβίδων, τις ξιφολόγχες, τους νεκρούς, τις σάλπιγγες, τα ουρλιαχτά, το ιππικό, τις σημαίες, το αναπάντεχο χτύπημα, χάθηκε το φώς από τα μάτια του, σωριάστηκε, τον προσπέρασε τ’ άλογο, έμεινε αναίσθητος, πόσες ώρες ούτε ξέρει, κι ενώ ξαναβίωνε την φρίκη, καθώς είχε σκυμμένο το κεφάλι, καθισμένος τώρα οκλαδόν, βλέπει ανάμεσα στα πόδια του , πάνω στην άμμο να κινείται ένα σκουλήκι! Ναι, γιάβρουμ, ένα άσπρο σκουλήκι! Α! είπα, πώς γίνεται να κινείται πάνω στην καυτή άμμο ένας σκουλήκις; Κι ίσα που το σκέφτηκα, γιάβρουμ, να κι άλλος σκουλήκις, κι άλλος, άλλος … Σάστισα! Τότε κατάλαβα ότι ο σκουλήκις, όλα αυτά τα σκουλήκια από το κεφάλι μου έπεσαν τώρα που πήγα τάχα να σιάξω τις γάζες και τον επίδεσμο!

Τώρα φοβήθηκα!

Φοβήθηκα πιό πολύ κι απ’ την μάχη! Σηκώθηκα.

Α! είπα,  Άη Νικόλα! Πού είσαι;

Άη Νικόλα , όταν ήμουν μικρός στην αγρυπνία στην ενορία μας που πανηγύριζε, την δικιά σου γιορτή και πανήγυρη, στην αγρυπνία που ξαγρυπνούσε όλος ο μαχαλάς μας στη Χάρη Σου, μου τό’χες σταυρώσει το κεφάλι! Τώρα πού είσαι;

Αμάν, Άη Νικόλα γκέλ!

Σηκώθηκα και περπάτησα στο πρώτο σπίτι κοντά στο τρένο , στη αυλή μιά γριά χανούμ συγύριζε, άνοιξα την πόρτα, καλησπέρισα, με καλωσόρισε, μ’ έβαλε να καθίσω σε μιά σκιά!

Έβλεπε το σακατεμένο κεφάλι μου, σοβαρή γυναίκα της Ανατολής, δεν ρωτούσε περιττά ! Της έδειξα τα σκουλήκια στην πληγή κι αφαίρεσε αμέσως επίδεσμο και γάζες, πήρε ένα καθαρό πανί το βούτηξε σε βραστό νερό και προσεκτικά , μετρώντας μιά μιά τις κινήσεις καθάριζε τις πληγή, καθάριζε από αίματα κι από σκουλήκια.

Ο Θεός, γιάβρουμ, να την έχει καλά, ν’ αγιάσουν τα χεράκια της!

Κι ύστερα άπλωσε πάνω στην πληγή, να γιάβρουμ, δές την σπαθιά, έβγαλε την τραγιάσκα που φορούσε χειμώνα – καλοκαίρι και μου αποκάλυψε το τραύμα από το φραντσέζικο σπαθί, ένα τραύμα διαγώνια στο κρανίο, βαθύ, είναι σαφές ότι είχαν σπάσει τα κόκκαλα του κρανίου, ένα τραύμα πρίν από εβδομήντα πέντε χρόνια, τότε ο Γιάννης , ο στρατιώτης του Οθωμανικού στρατού ήταν είκοσι, τώρα ο μπαρμπα Γιάννης , ο σεβάσμιος πρόσφυγας από την Προύσσα στην θεοφρούρητη πόλη των Σερρών είναι ενενήντα πέντε χρονών, να δές την πληγή από την σπάθα, πάνω σ’ αυτήν, πέρα γιά πέρα στο κεφάλι άπλωσε καθαρό πανι και μου ‘πε, μην κουνιέσαι, ξεκουράσου λίγο, να σε φτιάξω το φάρμακο, καλά θα γίνεις!

Αμήν, Άη Νικόλα, εσύ με το σταύρωσες το κεφάλι, έχε έγνοια, γκέλ Άη Νικόλα, ευλόγησον!

Φάρμακο; Τι φάρμακο έκανε;

Φύλλα έκοψε από μιά βερικοκιά , τα έβαλε στο γουδί, το στούμπηξε, τα έλιωσε, τα πολτοποίησε, κι ύστερα πήγε στο σπιτάκι της κι έφερε κι άλλα βότανα ξεραμένα , ξανά στο γουδί, κι όταν ολοκλήρωσε μιά αλοιφή είχε παρασκευάσει, μιά αλοιφή που ευώδιαζε, μιά αλοιφή που με δρόσιζε, μιά αλοιφή που μ’ ανακούφισε και μετά , αφού την άπλωσε πέρα ως πέρα, την επίδεσε επιδέξια, με δικά της λευκά καθαρά πανιά , κι εγώ έχω, παιδί μου, φαντάρο τον γιό μου στον πόλεμο, περαστικά, μην το πειράξεις, μην το ανοίξεις, θα πάς με καλό σπίτι σου, ο Θεός σε φύλαξε και δεν διαλύθηκε το κρανίο σου, καλό ταξίδι!

Με έπιασαν δάκρυα! Φίλησα τα χέρια της γριάς τουρκάλας , ή ότι άλλο ήταν, η Μικρασία χίλιες φυλές κι άλλοι τόσοι λαοί, φίλησα τα χέρια της κι ευχαρίστησα, δεν είχα τίποτες άλλο να της δώσω εκτός από την ευγνωμοσύνη, κι ανέβηκα στο τρένο ! Φύγαμε προτού ξημερώσει και την παράλλη μέρα ήμουν στο σπίτι , όπου γιά τις σφαγές των Αρμενίων που είχαν αρχίσει, γιά τις σφαγές στην Τραπεζούντα και το Κάρς, την Αργυρούπολη και την Σαμσούντα,  και τις εκτοπίσεις και τις διώξεις τα παράλια της Ιωνίας μαθαίναμε, λές κι είχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί της Ρωμιοσύνης, γιά τον Βενιζέλο μαθαίναμε που συγκέντρωσε στρατό και μπήκε στον πόλεμο , σπάζοντάς τα με τον Βασιλιά, τον κερατά, που υποτακτικός του Κάιζερ ήταν, γλύτωσα κι απ’ την σπαθιά, γλύτωσα κι από τα σκουλήκια, Άη Νικόλα, δοξασμένο τ’ όνομά σου, και την γριά τουρκάλα σε παρακαλώ να ελεήσεις , να την ελεείς αυτήν που μ’ αγάπη με περιμάζεψε, με αγάπη με νοσήλεψε σάν νά ‘μουν ο γιός της, ναί, γιάβρουμ Μάρκο, σαν να ήμουν ο γιός της με γιάτρεψε με τις αρχαίες συνταγές κι αλοιφές απ’ τον καιρό του Ιπποκράτη!

Ο μπάρμπα Γιάννης ο Χατζής, ο Μπαζαλίδης, αναγνώστης επίσημος στου Άη Δημήτρη την εκκλησιά στα Σέρρας, κοντά στο Ιμαρέτ το σπίτι του, μάστορας περιζήτητος, νοικοκύρης σπάνιος, ανοιχτόκαρδος κι ακριβοδίκαιος, την τάξη και την σειρά της Μικρασίας τιμώντας και τηρώντας,  ο αντίπαλος του Λόρενς της Αραβίας, στα εκατόν πέντε αναχώρησε ειρηνικός γιά την Άνω Ιερουσαλήμ. Λίγες μέρες πριν εκδημήσει τον επισκέφτηκα, γιάβρουμ, να σε ρωτήσω, Βασίλη Ιντζέ τι κάνει;  Εμείς όλοι Βενιζελικοί είμαστε!

Παππού, πολύ καλά είναι ο Βασίλης ο Ιντζές!

Στην Αθήνα!

Α! Χαιρετισμούς να πείς, γιάβρουμ, ξέρει αυτός εμένα!

Χαιρετισμούς, ακριβέ μου μπάρμπα Γιάννη, χαιρετισμούς Χατζή Γιάννη, εν Χώρα Ζώντων, που πανηγυρίζεις την γιορτή σου! Τα δέοντα και στην μουσουλμάνα  γραία χανούμ που σε κανάκεψε, που σε νοσήλευσε, τότες στα υψίπεδα της Μικρασίας, στο σταθμό της Αλμυράς έρημος …

*Μάρκος Μπόλαρης. Νομικός – Πρώην Υπουργός

Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο politicalbank.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν τον συγγραφέα.